ἄπριγδα

ἄπριγδα
Grammatical information: adv.
Meaning: `fast, tight' (A.)
Other forms: ἀπρίξ (S.)
Dialectal forms: EM 132, 53 also γένος τι ἀκάνθης (Κύπριοι); see ἄρπιξ.
Derivatives: ἀπριγδόπληκτος (also -τό-) `struck unceasingly' (A.)
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: For adverbs in -(γ)δα, s. Schwyzer 620, 626. From α intensivum and πρίω `saw', so `keeping as solid as the teeth of a saw'; doubtful (a saw does not hold, keep things).
Page in Frisk: 1,126

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άπριγδα — ἄπριγδα επίρρ. (Α) απρίξ*. [ΕΤΥΜΟΛ. Τ. εκφραστικός, σύνθετος από α επιτατικό και πρίω «πριονίζω». Παράλληλος τ. απρίξ*] …   Dictionary of Greek

  • ἄπριγδα — indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄπριγδ' — ἄπριγδα , ἄπριγδα indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απριγδόπληκτος — ἀπριγδόπληκτος, ον (Α) [άπριγδα] αυτός που τον κτυπούν αδιάκοπα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.